Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Μετα...

    Βρισκομαστε πισω στα καμαρινια, που μεχρι πριν λιγα χρονια κοροιδευαμε... Μα τωρα εξω δεν ηταν μονο οι φιλοι μας, ηταν κοσμος που δε γνωριζαμε, ή κι εκεινοι που φοβομασταν περισσοτερο, οι του παρελθοντος.
    Καθοσουν στο σκαμπο πινοντας τον ζεστο καφε σου. Φορουσες την αγαπημενη σου μπλουζα με την ανοιχτη πλατη κι ενα φαρδυ σκουρο τζιν. Κοιτουσες στο κενο, και εκλεινες τα ματια σε καθε γουλια.
    Ηταν νωρις ακομα μα ηδη ειχε μαζευτει κοσμος. Πλησιασα το τραπεζι διπλα σου οπου βρισκοταν ο θοδωρης μου(μας), χαιδεψα τις χορδες και σα να σε ακουσα να τραγουδας τις νοτες απο το τελος προς την αρχη ετσι οπως ακουστηκαν, μπορει να ταν κι η ιδεα μου. Σηκωθηκες κι εσυ, αφου επιζητουσε αμηχανια η σκηνη ξερεις τωρα.
    Κοιταχτηκαμε για δυο στιγμες και μαλλον σκεφτηκαμε το ιδιο γεγονος. Μετα με κοιταξες παλι και ησουν εδω, κι έγειρες λιγο το κεφαλι προς τα πισω οπως κανεις μονο εσυ και μετα μου επιασες το χερι. Σε τραβηξα κοντα και σε αγκαλιασα, ε ναι προφανως και ειχα αγχος, η μαλλον οχι αγχος, αγωνια. Μα οσο εισαι εσυ εδω εγω ηρεμω.

-Το προγραμμα ειναι ετοιμο; ρωτησα, σαν να μην ξερω.
-Ναι, αμε.
-Εφτιαξαν το μικροφωνο στο σωστο υψος;
-Ναι το εκανε ο γιωργος πριν λιγο.
-Ανοιξαν το πισω φως στα σκαλια;
-Ναι.
 Ζητουσες να ηρεμισω, βουβα αν και θα μου εκανες τη χαρη σιγουρα για λιγο ή και πολυ ακομα.

-Σ αγαπω...
-Κι εγω. Μονο μαζι σου τραγουδαω ετσι...
-Το ξερω...Οταν εισαι ετοιμη παμε, ανυπομονω να σ ακουσω.
    Και σπρωχνεις την κουρτινα και βγαινουμε στο σκοταδι λιγο πριν τη σκηνη. Το κιτρινο φως στις σκαλες, ανεβαινεις σχεδον πετωντας ενω εγω πιο αργα, αφου εχω και τον Θοδωρη μαζι μου.

    Περναω την κιθαρα στο βισμα και φτιαχνω το μικροφωνο μου. Σπρωχνω τα γυαλια μου στη θεση τους και σου δινω τονο για το πρωτο μας τραγουδι... Εκεινοι αρχιζουν να χειροκροτουν... Καλη μας τυχη...
 

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Μου εμαθες να μετραω αρα το σωστο ειναι να σου πω ποσα αστερια εχει ο ουρανος...26.10.11

   Μπηκα μεσ'το σπιτι, αμεσως εβγαλα τα ρουχα μου αφου πραγματικα δεν αντεχα αυτη τη μυρωδια. Φοβαμαι για σενα, και στην πραγματικοτητα μου ειναι δυσκολο να μην ανησυχω με το λαθος τροπο, να μην κανω αυτο που δεν πρεπει. Δεν εχει καν σημασια αν τα πηγαινω καλα στην προσπαθεια.
    Ειναι σα να χουν γινει τοσα μεσα σε λιγες μερες, και περνανε οι στιγμες και περιμενω να περασουμε και μεις με του χρονου τις διαστασεις και ανυπομωνω για την αποσυμπιεση και τα ομορφα ονειρα και τιποτα. Μια μεγαλη νυχτα που δεν κοιμασαι, γυρω απο μια φωτια, χωρις αυτον που αγαπας διπλα, τιποτα θετικο μοναχα φοβος για τη συνεχεια.

    Ανησυχώ και για κεινην, η ευαίσθητη μου, η ομορφη μου. Ειναι τοσο ξεχωριστη που φοβαμαι μηπως σπασει, μηπως τη σπασουν, αφου λιγοι ή και κανενας μπορει δεν ξερει να βαζει τα χερια του γυρω απο το λαιμο της οπως πρεπει, κανενας δεν ξερει η ανασα της ποσο κρατα. Ετσι λοιπον φοβαμαι και για κεινη, κι ας ξερω τη δυναμη της και την παυση της. Κι ας ξερω δε μπορω να διαχειριστω ουτε αυτη την κατασταση.
    Δεν ειμαι εγω που μετραω λεξεις μα οι στιγμες που δε ρωτουν κι ερχονται, και θυμαμαι τη ζωη την αληθινη και η δικη μου οτι κι αν κανει δε μπορει να με ηρεμισει.
    Πριν δυο μερες μου ειπε πως ειμαι παραξενη, και θυμηθηκα σαν καπου να το χω ξανακουσει. Γι αυτο σου γραφω και δε μιλω, εκτος απο την ντροπη για τον ψευτικο εαυτο που παρουσιαζω τριγυρω. Γι αυτο σου τραγουδω και δε σου λεω, γιατι θα τρομαξεις, με τους συλλογισμους τρομαζουν οι ανθρωποι το παραλογο ειτε το αποριπτουν ειτε το ξεχνουν.

    Κρατα με και μη μ αφησεις ποτε, πραγματικα ειναι κριμα που δεν ξερεις ποσες απο τις λεξεις μου πανε σε σενα.
   
     Θελω να παω στου γιαννη να βαλω δυνατα την κιθαρα μου και να τραγουδησω, να αγαπησω τον εαυτο μου οπως αγαπω εκεινη οταν τραγουδα. Η Σ λεει πως πρεπει να μη χασω τον εαυτο μου, και ετσι πρεπει. Πρεπει, πρεπει, πρεπει. Και μπροστα στα τοσα πρεπει εγω δεν θελω να φυγω και μπροστα τους δε θελω ουτε να σε χασω, δε με νοιαζει η μοναξια μα αγαπω την παρουσια (σου).

Εσυ με κανεις να ξεχνω, θυμαμαι κι αναλογιζομαι τα οσα μονο μακρια σου. Δεν ειναι κακο να φοβασαι, μου αρκει να μην αλλαζεις, μου αρκει να μη φυγεις οταν εγω θα σε χρειαζομαι, να σε εχω να δινω τον καλο μου εαυτο που εχω κλεισει στο δωματιο με τις λεξεις για τους ανθρωπους μου.


Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Μιχαλης Γκανας

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ

Κα'ι σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο πού εννοώ. Θέλει να 'χε άγριες πείνες άπνοιας



ό Αύγουστος



Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν'αφήνει λίγο αλάτι και

Στόν ουρανό ένα μπλε πού τ'δνομά του μέσα στα πολλά τ'άκοϋς



ευώνυμο



Στό βάθος όμως είναι μπλε Ίουλίτας

Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί

Πού βλέπεις τόσο καθαρό να πλησιάζουν άπ'αντίκρυ τα δρη

Καΐ μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται







"Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι άπ'το ν αέρα



Του επιστρέφεται. Τόσο άπ'τα ίδια της παιδιά ή Εύ-



Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ό άνθρωπος πριν δυο και τρεις



φορές



Τον παραστήσει ό ύπνος

Στόν καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες



αν δχι και



Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη."Ας είναι

Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα

Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος έπ' αμοιβή πράττει



το άδικο;

Μια συγχορδία ή ζωή



οπού ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται

Και είναι αυτός πού λέει στ'αλήθεια τι πετά ό φτωχός

Και τί μαζεύει ό πλούσιος: χαδούλια γάτας ευπλεκτα της λυγαριάς

Άψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν

Ασπασμούς άπ'τα Κύθηρα. "Ετσι με κάτι τέτοια πιάνεται

Ό κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οί ερωτευμένοι

Σέ τί μπλε Ίυυλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου



να διαβάζεις



"Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα

Διαζώματα."Ομως δεν ποτέ ομορφιά μου έδανείσθηκεν ό χρόνος

Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να



επιμηκύνει ώστε



Πιο ευφυής πιο εΰφωνος να κελαηδάει ό μέσα μας κορυδαλλός

Άπ' τον δικό του άμβωνα



Σύννεφο συνοφρυωμένο πού τ'ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»

Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή

Όμήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και

Συνεχίζεις στοΰ κήπου τ'απατά να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου

Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης

Και θα μείνουμε παρ' δλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς



όπως συνήθως στην αγάπη

"Ομως άπ'τή μαστίχα του πηλοΰ της γης μια γεύση αιρετική



ανεβαίνει

Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία







Εάν εξακολουθούμε να 'μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι πού

Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες



τότε



Ή ώρα θα 'ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία

Και ή τελειότης ή άκρα



συντελεσμένη σ'έ'ναν κήπο με υάκινθους

Όπου τους άφαιρέθηκεν ό μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό

Πού μια σταξιά μονάχα λεμονιού αίθριάζει οπόταν

Βλέπεις κείνο πού άπ'τή ν αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά

Να χαράζεται



πάνω σε μπλε Ίουλίτας.



Ναταλία Κ.
(Δυτικά της Λύπης- Οδυσσέας Ελύτης)

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Επιτελους!

Θέλω να γράψω!
    Φορές, περπατάω στο δρόμο, ή ακούω συζητήσεις, ή παρευρίσκομαι σε ξένες στιγμές, που πιθανά πρέπει να συμμετέχω, μα αναλογίζομαι το τι θα μπορούσα να γράψω και τι να σκεφτώ, και με ποιον τρόπο ίσως καταφέρω να εκφράσω αυτό που θέλω.

    Κάθομαι στο ξύλινο γραφείο μου με την πλάτη γυρισμένη στο παράθυρο και κοιτώ την κιθάρα μου. Όμορφη είναι. Βγαίνω από το θέμα είναι μέχρι να χαλαρώσω, τότε θα επανέλθω.

    Δε μ αρέσει να διαβάζω βιβλία, είναι κακή συνήθεια που απέκτησα παιδί όταν με είχαν αναγκάσει να διαβάσω τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, που ήταν και πολύ Must φαίνεται γιατί το είχαν διαβάσει οι περισσότεροι. Ωστόσο αγαπώ τις σκέψεις των άλλων, όχι απαραίτητα όταν έχουν υπάρξει και δικές μου αρκεί να λένε κάτι, να δηλώνουν παρουσία να μιλούν, να έχουν αγαπήσει και περισσότερο να έχουν λατρέψει.

     Ξέρω καλά να είμαι υπερβολική, απόλυτη και εγωπαθής.
     Πριν δυο μέρες σ έψαξα, κι όταν σε ψάχνω ξέρω πως θα σε βρω, ξέρω που είσαι βλέπεις. Εσύ μπορεί να άλλαξες μα εγώ έφυγα, πάντα εγώ φεύγω. Δεν έχουν βελτιωθεί τα πράγματα από την τελευταία φορά, έχεις μείνει στα ίδια. Στεγνές λεξεις και καμια δευτερη σκεψη, φτηνα λογια και ξένες από μας συμπεριφορες.
     Δεν ξέρω αν εγω εγινα πολυ καλυτερη ή αν εσυ χειροτερευσες. Δεν ξέρω... Μα δεν είσαι η προτίμηση μου πια. Άλλος εχει τη θεση σου. Τι κι αν σφιγγομαι ολοκληρη όταν λες οτιδηποτε αρχίζει από "Σ" δεν είναι το ίδιο πια, είναι ο μυθος του παρόντος, το μέλλον που έμεινε πισω. Ένα αν και μια ψευτικη εκδοχη. Και καποια μερα θα παψω να γραφω για σενα...

Στις 28 εχουμε Live επιτελους θα τις ακουσω παλι να τραγουδουν.


Δε μπορώ να σου ζητήσω να με ψάξεις,
δε μπορώ να απαιτήσω να με σκέφτεσαι πρώτη όταν νιώθεις καλά,
δε μπορώ να απαιτήσω να "είμαι".
Κι ο,τι κι αν λες για τις λέξεις δε με νοιάζει,
κι ακόμα που δεν ξέρεις να αγαπάς ούτε αυτό με νοιάζει,
απλά δε μπορώ να μη θυμώνω,
κύριως μαζί μου δηλαδή που δε μπορώ να με κάνω καλά...

Κόκκινη κλωστή δεμένη...

6.30 μμ
Έχουμε δώσει ραντεβού στο γνωστό μας σημείο στις 7.00 αλλά πάλι έφτασα μισή ώρα νωρίτερα. Δε θα συνηθίσω ποτέ τους ρυθμούς αυτής της πόλης. Η μέρα έχει μεγαλώσει κι έχει ακόμα πολύ φως. Φοράω το ένα από τα δύο ακουστικά και βάζω Sleepin Pillow. Winter dreams. Πάλι αυτή η νοσταλγία. Τρέξιμο για τη σχολή και το συγκρότημα, όμορφα πέρασε κι αυτός ο χειμώνας.
  Ακούω το γνώριμο ήχο της μηχανής σου. Σταματάς μπροστά μου.
- Άργησα;
- Όχι, εγώ ήρθα νωρίτερα.
- Ανέβα να πάμε βόλτα.
Ανεβαίνω, βάζω κράνος και σε κρατάω αγγαλιά. Λίγο πιο σφιχτα απ' όσο χρειάζεται μάλλον γιατί μου χαϊδεύεις αντανακλαστικά το χέρι. Οδηγείς πολλή ώρα. Δεν ξέρω που πάμε αλλά σιγά σιγά βγαίνουμε απ' την πόλη, πάμε προς τη θάλασσα. Σταματάς σε μια μικρή μαρίνα που φτιάξανε πρόσφατα. Καθόμαστε πάνω στο κρύο τσιμέντο αγγαλιά. Κοιτάμε θάλασσα.
- Πώς σου φαίνεαι;
- Πολύ όμορφα, πως και δεν έχουμε ξανάρθει;
- Τώρα το ανακάλυψα το μέρος. Έχει λίγο κρύο, ε;
- 'Ντάξει καλά είμαστ' ακόμα.
- Πώς είσαι;
- Μμμμ, καλά μωρέ... Κούραση, τα γνωστά. Τραγουδάω αύριο στο μαγαζί με τα παιδιά και πιέζομαι.
- Α ωραία, θα πάρω τον Πέτρο να σε ακούσει κι αυτός. Να σου πω τώρα. Σκεφτόμουνα πως τώρα που θα ξεμπερδέψω με τα μεταπτυχιακά, αν δε βρω εδώ δουλειά, θα πρέπει να γυρίσω να δουλέψω με τον πατέρα μου.
- Ναι, λογικό...
- Ούτως ή άλλως εσύ του χρόνου τελειώνεις. Έλεγα, άμα θες να έρθεις να το ψάξουμε μαζί.
- Του χρόνου;
- Του χρόνου...
- Και το σκέφτεσαι από τώρα;
- Ε ναι ρε Ναταλία. Σύντομα θα φύγω.
- Αν δε βρεις δουλειά.
- Λες να βρω;
- Δεν ξέρω.
- Δε νομίζω.
  Κι εξάλλου κάτω τα έχω όλα σχεδόν έτοιμα.
- Ωραία λογική.
- Εννοώ... Πφφ, κοίτα, κάτω έχω περισσότερες επιλογές. Και προοπτικές. Γι' αυτό σου λέω, έλα να το ψάξουμε μαζί όταν τελειώσεις. Αφού μαζί κάνουμε καλή δουλειά...
- Δεν ξέρω. μαζί το 'χουμε αλλά... Και τα δικάμου μεταπτυχιακά; Γι' αυτά δουλεύω τόσον καιρό και σχεδόν με έχουν δεχτεί στη γαλλία. Δεν μπορώ να μην πάω.
- Μπορείς...
- Δεν θέλω.
- Τι να σου πω...
- Ρε  συ δεν είναι ότι δε μ'αρέσει σαν ιδέα. Μαζί δουλεύουμε καλά...
- Αλλά;
- Αλλά αν δεν τα καταφέρουμε; Εγώ τι θα κάνω χωρίς μεταπτυχιακό;
- Μπορείς να τα κάνεις ένα χρόνο μετά.
- Δεν ξέρω ρε Ν...Θέλω να πάω στη γαλλία. Θέλω να κάνω βιοκλιματικά. Και μετά έρχομαι κάτω,μετά βλέπουμε.
- Αν πας στη γαλλία δε θα επιστρέψεις.
- Ποιός το λέει; Κι εξάλλου αν έρθω κάτω είναι που δε μπορώ εύκολα να ξαναφύγω. Εσύ δηλαδή δε θες;
- Τι;
- Να φύγεις έξω. Να κάνεις πράγματα.
- Όχι χωρίς εσένα.
- Ε τότε πάμε μαζί. Του χρόνου. Έλα εσύ μαζί μου..
- Δεν ξέρω...

Σιωπή. Περνάς τα χέρια σου από τα κασανά μαλλιά σου. Πιάνεις τον καπνό, στρίβεις ένα τσιγάρο. Παρατηρώ τα χέρια σου...μακριά δάχτυλα, δυνατοί πήχεις, επιδέξια κίνηση. Πφφ... Αργά ή γρήγορα θα την κάναμε αυτή τη συζήτηση. Και πάλι καταλήξαμε στο μηδέν. Και ο ήλιος ακόμα να δύσει...

Ναταλία Κ.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

τουλαχιστον

Είναι κάτι μάτια που τα κοιτάς μια φορά και μετά δε μπορείς να πάψεις.
Όμορφα χέρια και πρόσωπο, δικό σου περπάτημα, δική σου φωνή.




Ο ενθουσιασμός κι η οικειότητα δεν πάνε μαζί, όπως ο έρωτας και η φιλία.

Βαρέθηκα.

Παγίδες-άνθρωποι δεν υπάρχουν ή μάλλον είναι κάτι το σπάνιο.
Κι έτσι απορείς αν όλες οι παγίδες, τα κενά, τα εμπόδια, κι οι αλήθειες είναι στο μυαλό σου.
Τότε τι;
κι οταν γνωριστεις με τον πονο;
τοτε;


Φοβάμαι πως ακόμα κι η μουσική μου είναι ψεύτικη,
μα χαίρομαι που υπάρχει.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011



Έξω έχει κρύο. Βρέχει αλλά λίγο οπότε άνοιξα το παράθυρο να μπει η μυρωδιά της βροχής και ο φρέσκος αέρας. Το πάπλωμα είναι ζεστό αλλά περισσεύουν οι πατούσες μου και κρυώνω. Και ο καφές μυρίζει υπέροχα. Δεν κουνιέμαι όμως για να μη σε ξυπνήσω - κοιμάσαι τόσο ήρεμα. Τα καστανά σου μαλλιά είναι μπερδεμένα. Ονειρεύεσαι και όλο αλλάζεις γκριμάτσα. Κοιτώ έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός έχει πάρει το αγαπημένο μου  σκούρο γκρι και οι θόρυβοι μιας πόλης που έχει ξυπνήσει προ πολλού με ηρεμούν απίστευτα. Δίπλα μου εσύ ανασαίνεις ρυθμικά. Θέλω να σε πάρω φωτογραφία αλλά μένω στη θέση μου. Τόσο όμορφος... Ξυπνάς - σα να σε ξύπνησε το βλέμμα μου, είσαι τόσο ήρεμος.
-Μμμ, καλημέρα.
-Καλημέρα...
-Είσαι ώρα ξύπνια;
-Αρκετή.
Τεντώνεσαι, ξεσκεπάζεσαι.
-Κάνει λίγο κρύο;
-Άνοιξα το παράθυρο να μυρίσει βροχή.
-Μμ... Καλά έκανες.


Ναταλία Κ.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

26.09.2011

Όλοι πονάμε.
Απλώς κάποιοι από εμάς ξέρουμε να επιβιώνουμε.
Για να στηρίζουμε εκείνους που δεν ξέρουν.

Ναταλία Κ.

Σε είδα #4



Σε είδα.
Με είδες κι εσύ.

   Σε λένε Φίλιππο.Τα μαλλιά σου καστανά και σχετικά κοντά. Τα μάτια σου μάλλον πράσινα. Τα χέρια σου δείχνουν δυνατά και τα δάχτυλά σου μακριά. Δεν είσαι ιδιαίτερα όμορφος αλλά έχεις μια παράξενη γοητεία, μεθυστική. Είσαι ψηλός, αρκετά αδύνατος. Πότε ευθυτενής, πότε όχι. Κρατάς μαζί σου πάντα ένα μικρό τετράδιο, για ασφάλεια. Είσαι φοιτητής στο μαθηματικό αλλά μάλλον κατά λάθος. Σου αρέσουν τα μαθηματικά -πολύ- μα εσύ είσαι μουσικός. Το σπίτι σου είναι μικρό. Μια δίχωρη γκαρσονιέρα. Έχει στο σαλόνι ένα μικρό κουζινάκι, ένα ψυγείο, έναν καναπέ μ'ένα μακρύ τραπέζι. Στον κεντρικό τοίχο έχει ένα μεγάλο παράθυρο και δίπλα ένα πιάνο φορτωμένο με βιβλία και φωτοτυπίες. αφήνεις πάντα το παράθυρο ανοιχτό για να μπαίνει ο ήλιος και ο αέρας και η μυρωδιά της βροχής. Σου αρέσει να μαγειρεύεις αλλά βαριέσαι το καθάρισμα, οπότε το σπίτι σου είναι λίγο μπάχαλο. Είσαι από τη Θεσσαλονίκη. Έχεις ένα μικρότερο κι ένα μεγαλύτερο αδερφό και λατρεύεις τη μαμά σου. Λατρεύεις και τα μακαρόνια. Και το κρασί. Και τη λεμονάδα. Και τα θαλασσινά. Παίζεις κλασσική μουσική αλλά το πάθος σου είναι η τζαζ. Ζωγραφίζεις μ'ένα δικό σου τρόπο. Απεχθάνεσαι τις ταινίες περιπέτειας. Παίζεις σκάκι αλλά τα πας χάλια. Σου αρέσουν οι ρυθμοί της πόλης. Αγαπάς και την εξοχή αλλά για λίγο. Μιλάς υπέροχα γαλλικά- η μαμά σου είναι μισή γαλλίδα. Τον πατέρα σου τον βλέπεις σπάνια -δουλεύει στο εξωτερικό. Είσαι κοινωνικός μα και σπιτόγατος. Κι έχεις ένα παράξενο τατού στον καρπό που ακόμα δεν το έχω καταλάβει.


Μόλις πέρασες από δίπλα μου. Ή μπορεί και όχι. Σαν αερικό πέρασες, με άγγιξες περίπου.Κι ήσουν τόσο όμορφος. Αλλά πέρασες και πας και ποιός ξέρει πότε θα σε ξαναδώ...

Ναταλία Κ.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

αἰθήρ

Ἐκ Χάεος δ᾽ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο· Νυκτὸς δ᾽ αὖτ᾽ Αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο.

Ησιόδου, Θεογονία




 
  Πάλι στέκομαι μόνη και σε συλλογίζομαι. Τα μάτια μου στραμμένα στο κενό- θυμάμαι θύμησες ανύπαρκτες. Στιγμές που σχεδόν συνέβησαν... Γι' αυτό σ' αγαπώ. Γιατί σκεπτόμενη εσένα, μπορώ κι αναπωλώ τα μελλούμενα.
             Κρυφά από 'σένα.
             Κρυφά απ' όλους.
             Κρυφά κι από μένα ακόμα.
Η συνείδηση της σκέψης σου σε διώχνει μακριά. Τινάζω το κεφάλι για ν' αποτινάξω και το τελευταίο Όνειρο... "Σε μια ταράτσα οι δυό μας. Τα μάτια του τεράστια στο φως του φεγγαριού."
   Οι πορείες μας πάντοτε παράλληλες κι αν χωρίζαμε, ήταν μόνο για λίγο. Πάντα δικός μου θα μπορούσες να 'σαι. Κι όμως, δε θα γίνεις ποτέ. Μη μου φύγεις.
 
 
 
Κι όταν τα ξανθά μαλλιά μου ασπρίσουνε, τότε ίσως έρθω να σε βρω και να σου πω. Τότε ίσως γίνεις δικός μου, επιτέλους.
 
 
 
 
 
Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Είναι όρθια πάνω στα ματόκλαδά μου

και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου

έχει το σχήμα των χεριών μου

έχει το χρώμα των ματιών μου

καταποντίζεται μες στον ίσκιο μου

όπως μια πέτρα στον ουρανό



Αυτή έχει πάντοτε τα μάτια ανοιχτά

και δεν μ αφήνει να κοιμηθώ

Τα όνειρά της πλημμυρισμένα φως

κάνουν να εξατμίζονται οι ήλιοι

με κάνει και γελάω , κλαίω και γελάω

μιλάω χωρίς να έχω τίποτα να πω





ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ (αποσπασματα)



Ι

Στην ψηλή φωνή

Ευκίνητα ο έρωτας άναβε

με τοσες ακτινοβολίες λαμπερές

που μες στη λειτουργία του εγκεφάλου

αρνιόταν όλες τις ομολογίες



Στην ψηλή φωνή

όλοι οι κόρακες του αίματος θα σκεπάσουν

την μνήμη άλλων γεννήσεων

έπειτα θα ξαναχύσουν μες στο φως

το μέλλον συνθλιμένο από φιλιά



Απίστευτη αδικία μου μόνη ύπαρξη είναι ο κόσμος

ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα χωρίς να αλλάζει πρόσωπο



ΙΙ

Τα μάτια της είναι πύργοι φωτισμένοι

κάτω απ΄το γυμνό της μέτωπο



Στο διάφανο λουλούδι

οι γυρισμοί της σκέψης

ακυρωνουν τις λέξεις που είναι κούφιες



Αυτή διαλύει όλες τις εικόνες

θαμπώνει τον έρωτα και τους δύστροπους ίσκιους του

αυτή αγαπάει - αγαπάει να ξεχαστεί



ΙV



Σου λεγα για τα σύννεφα

σου λεγα για το δέντρο το θαλασσινό

για κάθε κύμα για τα πουλιά στη φυλλωσιά

για τα χαλίκια το θόρυβο

για τα οικογενειακα χέρια

για το μάτι που γίνεται πρόσωπο ή τοπίο

και ο ύπνος του γυρίζει το χρώμα τ ουρανού

για όλη τη νοτισμένη νύχτα

για τη σκισμή του δρόμου

για το ανοιχτό παράθυρο για ένα ξέσκεπο μέτωπο

σου λεγα για τις σκέψεις για τις λέξεις σου

παραχαιδεμένη όλη η εμπιστοσύνη ξαναζεί



V



Περισσότερα ήταν ένα φιλί

λιγότερο τα χέρια πάνω στα μάτια

το φωτοστεφανο του φωτός

τα χείλη του ορίζοντα

και οι ανεμοστρόβιλοι του αίματος

που παραδινόταν η σιωπή



VIII



Αγάπη μου για να φουντώσουν οι πόθοι μου

βάλε τα χείλη σου στον ουρανό τις λέξεις σου σαν αστρο

τα φιλιά σου μες στη νύχτα φλογερά

και σφίξε τα μπράτσα σου γύρω μου

όπως μια φλόγα στο σημείο που λμπαδιάζει

τα όνειρά μου είναι στον κόσμο

καθαρά και διαιωνισμένα



Κι όταν δεν έισαι δίπλα μου


ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι , ονειρεύομαι ότι ονειρεύομαι



XIV



Ο ύπνος έχει πάρει τ αποτύπωμά σου

και το χρώμα από τα μάτια σου



XV



Ακουμπάει πάνω μου

η καρδιά αγνοεί

που κοιτάζει πόσο την αγαπώ

αυτή έχει εμπιστοσύνη αυτή ξέχασε

τα σύννεφα κάτω από τα ματόκλαδά της

το κεφάλι της αποκοιμισμένο στα χέρια μου

που είμαστε εμείς

μαζί αχώριστοι

ζωντανοί , ζωντανοί

ζωντανός ζωντανή

και το κεφάλι μου κυλάει στα όνειρά της



ΧΧ



Την αυγή σ αγαπώ σε έιχα όλη νύχτα μες στις φλέβες

όλη τη νύχτα σε κοιτούσα

σε έιχα όλη ψηλαφίσει είμαι σίγουρος των σκοταδιών

αυτά μου δίνουν τη δύναμη

που σ αγκαλιάζω

που σε κουναω ποθώντας τη ζωη

στο στήθος μου τ ακίνητο

τη δύναμη που σε σηκώνω

που ελευθερώνεσαι που χάνεσαι

φλόγα αθέατη μες στην ημέρα



Αν εσύ φύγεις η πόρτα ανοίγει πάνω στη μέρα

αν εσύ φυγεις η πόρτα ανοίγει πάνω σε μένα



ΧΧΙ



Τα μάτια της ξαναχύνουν το φως

και το φως τη σιωπή

για να μην ξαναγνωριστούν

να ξαναζήσουν στην αφάνεια

(Πωλ Ελιάρ)


Ναταλία Κ.