Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ

Κα'ι σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο πού εννοώ. Θέλει να 'χε άγριες πείνες άπνοιας



ό Αύγουστος



Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν'αφήνει λίγο αλάτι και

Στόν ουρανό ένα μπλε πού τ'δνομά του μέσα στα πολλά τ'άκοϋς



ευώνυμο



Στό βάθος όμως είναι μπλε Ίουλίτας

Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί

Πού βλέπεις τόσο καθαρό να πλησιάζουν άπ'αντίκρυ τα δρη

Καΐ μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται







"Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι άπ'το ν αέρα



Του επιστρέφεται. Τόσο άπ'τα ίδια της παιδιά ή Εύ-



Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ό άνθρωπος πριν δυο και τρεις



φορές



Τον παραστήσει ό ύπνος

Στόν καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες



αν δχι και



Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη."Ας είναι

Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα

Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος έπ' αμοιβή πράττει



το άδικο;

Μια συγχορδία ή ζωή



οπού ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται

Και είναι αυτός πού λέει στ'αλήθεια τι πετά ό φτωχός

Και τί μαζεύει ό πλούσιος: χαδούλια γάτας ευπλεκτα της λυγαριάς

Άψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν

Ασπασμούς άπ'τα Κύθηρα. "Ετσι με κάτι τέτοια πιάνεται

Ό κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οί ερωτευμένοι

Σέ τί μπλε Ίυυλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου



να διαβάζεις



"Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα

Διαζώματα."Ομως δεν ποτέ ομορφιά μου έδανείσθηκεν ό χρόνος

Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να



επιμηκύνει ώστε



Πιο ευφυής πιο εΰφωνος να κελαηδάει ό μέσα μας κορυδαλλός

Άπ' τον δικό του άμβωνα



Σύννεφο συνοφρυωμένο πού τ'ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»

Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή

Όμήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και

Συνεχίζεις στοΰ κήπου τ'απατά να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου

Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης

Και θα μείνουμε παρ' δλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς



όπως συνήθως στην αγάπη

"Ομως άπ'τή μαστίχα του πηλοΰ της γης μια γεύση αιρετική



ανεβαίνει

Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία







Εάν εξακολουθούμε να 'μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι πού

Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες



τότε



Ή ώρα θα 'ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία

Και ή τελειότης ή άκρα



συντελεσμένη σ'έ'ναν κήπο με υάκινθους

Όπου τους άφαιρέθηκεν ό μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό

Πού μια σταξιά μονάχα λεμονιού αίθριάζει οπόταν

Βλέπεις κείνο πού άπ'τή ν αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά

Να χαράζεται



πάνω σε μπλε Ίουλίτας.



Ναταλία Κ.
(Δυτικά της Λύπης- Οδυσσέας Ελύτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου